
Τι γνωρίζουμε για τον τραυλισμό;
Ο τραυλισμός είναι μια διαταραχή της φυσιολογικής ροής και του ρυθμού της ομιλίας. Ως δυσκολία, είναι πηγή δυσάρεστων συνεπειών στον ψυχισμό του ατόμου, ενώ προκαλεί τον προβληματισμό και πολλές φορές τον εκνευρισμό των ανθρώπων γύρω του. Αξίζει να σημειωθεί πως ο τραυλισμός αποτελεί ένα πρόβλημα με μακρά και δαιδαλώδη ιστορία. Στον Ελλαδικό χώρο χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του μεγάλου ρήτορα Δημοσθένη (4ος αι. π.Χ.), ο οποίος αντιμετωπίζοντας το συγκεκριμένο πρόβλημα δεν απήγγειλε τους λόγους που συνέγραφε. Αντίστοιχα, οι Αρχαίοι Αιγύπτιοι συμβόλιζαν τον τραυλισμό με ένα τρέμουλο που ξεκινούσε από το έδαφος και κατέληγε στο στόμα. Όσο προχωρούμε στη νεότερη ιστορία θα συναντούμε όλα και περισσότερα γνωστά για την αξιόλογη προσωπικότητά τους άτομα που διακρίνονται από τραυλισμό (Γεώργιος ΣΤ’ της Αγγλίας, Μέγας Ναπολέων, Winston Churchill, Lenin, Theodore Roosevelt κ.α.). Για τους λόγους αυτούς, έχουν γίνει αμέτρητες προσπάθειες τόσο για την κατανόηση των αιτιών που τον προκαλούν όσο και για την ανεύρεση αποτελεσματικών μεθόδων και τεχνικών θεραπευτικής αντιμετώπισής του.
Σύμφωνα με επίσημες έρευνες, ο τραυλισμός εμφανίζεται σε συχνότητα 1% στο γενικό πληθυσμό, επηρεάζει όλες τις ηλικίες, με ιδιαίτερη προτίμηση την παιδική ηλικία (2-7 ετών). Εκδηλώνεται περισσότερο στα αγόρια από ότι στα κορίτσια (αναλογία 4:1) και στα παιδιά που άργησαν να μιλήσουν. Στην ηλικία των 2-3 χρονών το παιδί αρχίζει να οργανώνει το λόγο του. Είναι λοιπόν πιθανό οι γονείς να παρατηρήσουν ένα κόμπιασμα σε κάποιες λέξεις ή μια επανάληψη ορισμένων συλλαβών και λέξεων. Οι δυσκολίες αυτές ανήκουν στα πλαίσια της αναπτυξιακής διαδικασίας και τις περισσότερες φορές διαρκούν από μερικές μέρες έως μερικές βδομάδες. Σε μερικά παιδιά ο τραυλισμός αυτός συνεχίζεται και, αντί να βελτιώνεται, χειροτερεύει. Είναι πολύ σημαντικό για τους γονείς να μπορούν να καταλάβουν πότε αναφερόμαστε σε “φυσιολογικό τραυλισμό” λόγω ανάπτυξης του προφορικού λόγου και πότε υπάρχει πραγματικό πρόβλημα καθώς σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα του Πανεπιστημίου του Sidney, τα παιδιά που τραυλίζουν πρέπει να υποβάλλονται σε θεραπεία όσο νωρίτερα γίνεται, κατά προτίμηση πριν πάνε σχολείο.
Οι κυριότερες μορφές συμπεριφοράς που φανερώνουν τραυλισμό είναι οι επαναλήψεις φθόγγων, συλλαβών, λέξεων η φράσεων, ο αφύσικος ρυθμός ομιλίας, η αφύσικη αυξομείωση της έντασης και του τόνου φωνής κ.τ.λ. Σε γενικές γραμμές, έχουμε τρία είδη τραυλισμού:
Κλονικός Τραυλισμός: το άτομο επαναλαμβάνει συνεχώς την αρχική συλλαβή η λέξη πολλές φορές μέχρι να αρχίσει να μιλάει κάπως υποφερτά.
Τονικός Τραυλισμός: το άτομο στην περίπτωση αυτή «μπλοκάρεται» και δεν μπορεί να αρχίσει την ομιλία του παρά τις προσπάθειες που καταβάλλει.
Μικτός Τραυλισμός: Σε αυτό το είδος του τραυλισμού συνυπάρχουν τα φαινόμενα τόσο του τονικού όσο και του κλονικού.
Πολλές φορές ο τραυλισμός συνοδεύεται από δυσκολίες στην αναπνοή, ή/και από επαναλαμβανόμενη κίνηση (τικ) των ματιών ή του κεφαλιού. Ακόμη έχει διαπιστωθεί πως τα παιδιά που τραυλίζουν παρουσιάζουν Μαθησιακές Δυσκολίες σε ποσοστό 7-11%, Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής-Υπερκινητικότητας (ΔΕΠ-Υ) σε ποσοστό 6-20%, καθώς και Διαταραχές της Διαγωγής σε ποσοστό 2,4%.
Μέχρι σήμερα οι ειδικοί που ασχολούνται με τον τραυλισμό, τον θεωρούσαν ως μια διαταραχή του λόγου και της ομιλίας και τον κατέτασσαν στην κατηγορία των διαταραχών της επικοινωνίας. Ωστόσο, στις μέρες μας διατυπώνεται μια καινούρια άποψη όσον αφορά τη φύση της διαταραχής αυτής. Έτσι, ο τραυλισμός, όχι μόνο διαφοροποιείται από τις υπόλοιπες διαταραχές τους λόγου και της ομιλίας, αλλά παρουσιάζει περισσότερες ομοιότητες σε μια άλλη ομάδα, αυτή των αγχωδών διαταραχών.
Η θεωρία αυτή εξηγεί και την τάση των ατόμων να τραυλίζουν περισσότερο στις περιπτώσεις εκείνες που επιθυμούν να τραυλίζουν λιγότερο. Για παράδειγμα τα παιδιά τείνουν να τραυλίζουν περισσότερο όταν απευθύνονται σε πολλά άτομα/αγνώστους, όταν μιλούν στο τηλέφωνο, όταν είναι εκνευρισμένα, κουρασμένα η ανήσυχα, όταν προετοιμάζουν από πριν αυτά που θα πουν, όταν τους ζητείται να επαναλάβουν αυτό που είπαν γιατί δεν έγινε κατανοητό και γενικά όταν βρίσκονται σε συνθήκες επικοινωνιακής πίεσης. Για πολλούς ειδικούς, ένας από τους κυριότερους ενισχυτές του τραυλισμού, είναι η συστηματική προσπάθεια αποφυγής του. Αντίθετα η πλειοψηφία των ανθρώπων που τραυλίζουν, μιλάει κανονικά στα ζώα ή σε άτομα μικρότερης ηλικίας, όταν τραγουδά, όταν υποδύεται ρόλους, όταν μιλά σε περιβάλλον που υπάρχει δυνατός θόρυβος κ.τ.λ.
Οι θεωρίες που έχουν διατυπωθεί σχετικά με τα αίτια που προκαλούν την εμφάνιση του τραυλισμού, είναι ποικίλες. Έχει βρεθεί ότι η κληρονομικότητα παίζει κάποιο ρόλο, το βέβαιο όμως είναι ότι δεν ευθύνεται για την εκδήλωση του τραυλισμού. Πολλοί υποστηρίζουν ότι ο τραυλισμός οφείλεται σε μια εσωτερική σύγκρουση ανάμεσα στην παρόρμηση για ομιλία-αυτοπροβολή και στην παρόρμηση να παραμείνει κανείς σιωπηλός-συστολή. Η προσέγγιση αυτή αναφέρεται στη σύγκρουση της ανάγκης των περισσότερων παιδιών για αυτοπροβολή με την ανάγκη των μεγάλων για ξεκούραση και ησυχία (κατά τη διάρκεια της ημέρας, με τον έρχομαι ενός νέου μωρού στην οικογένεια κ.τ.λ.). Αντίθετα, τα συνεσταλμένα παιδιά προτιμούν να μην τα προσέχουν, και αυτό έρχεται σε αντιπαράθεση με την επιθυμία των γονιών για ένα παιδί κοινωνικό και δυναμικό.
Ωστόσο, ένας σημαντικός αριθμός επιστημόνων αποδίδει τον τραυλισμό σε αίσθημα κατωτερότητας από τη μεριά του παιδιού. Το συναίσθημα αυτό μπορεί να δημιουργηθεί στο παιδί όταν κατά την περίοδο της ραγδαίας γλωσσικής ανάπτυξης, φυσιολογικά λάθη μπορεί να αποτελέσουν αιτία επίπληξης ή/και κοροϊδίας. Ακόμη, είναι συχνό το φαινόμενο κατά το οποίο, η μειονεκτικότητα που νιώθει το παιδί οφείλεται στην παντελή απουσία επιβράβευσης και σε συνεχείς επιπλήξεις, παρατηρήσεις και ματαιώσεις που αφορούν στη γενικότερη συμπεριφορά του παιδιού, και όχι μόνο στην ομιλία του.

